ἐχέφρων

ἐχέ-φρων, ον, gen. ονος, ([etym.] φρήν)
A sensible, prudent, ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ἐ. Il.9.341, cf. Od.13.332; freq. as epith. of Penelope, 4.111, etc.; later of animals,

σκύλακες Nonn.D.16.226

: late in Prose, Syn.Alch.p.65 B. Adv. -νως D.S. 15.33.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἐχέφρων — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρων — sensible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχέφρων — ον (ΑΜ ἐχέφρων, ον) αυτός που έχει μυαλό, φρόνηση, ο μυαλωμένος, ο συνετός («σὺ οὖν ὡς ἐχέφρων, ὡς συνετή», Στουδ. Θεόδ.) μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐχέφρον η σύνεση, η φρόνηση. επίρρ... εχεφρόνως (Α ἐχεφρόνως) με φρόνιμο τρόπο, με συνετό τρόπο.… …   Dictionary of Greek

  • ἐχεφρονέστατον — ἐχέφρων sensible masc acc superl sg ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρον — ἐχέφρων sensible masc/fem voc sg ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρονα — ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc pl ἐχέφρων sensible masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρονέστερος — ἐχέφρων sensible masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχεφρόνων — Ἐχέφρων masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρόνων — ἐχέφρων sensible gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρόνως — ἐχέφρων sensible adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχέφρον — Ἐχέφρων masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.